Τον πρωτογνώρισα στον Πειραιά. Ο καιρός ήταν άγριος και όλοι είχαμε κλειστεί στο καφενεδάκι. Εκεί που απολάμβανα τη μοναξιά μου, πήρε το μάτι μου ένα ώριμο άντρα. Καθόταν με ένα βιβλίο στα χέρια και ήταν τόσο απορροφημένος σε αυτό, που θαρρείς και δεν υπήρχε κόσμος γύρω του! Αποφάσισα να τον πλησιάσω την στιγμή που σηκώθηκε να φύγει και να τον ρωτήσω πού πάει. Δεν το πολυσκέφτηκα. Θα του ζητούσα να με πάρει μαζί του! Τι είχα να χάσω; Η ζωή άλλωστε είναι γεμάτη περιπέτειες! Εκέινος μου φάνημε ήπιος, συμβατικός: λογάριαζε τα πάντα πριν τα κάνει πράξη! Ήταν όμως λες κι αυτή η άγνωστη παρουσία με τραβούσε κοντά της... Είμαστε τόσο διαφορετικοί!
Σ. Ν.
Άνοιξα την πόρτα και μπήκα στο μαγαζί. Ήταν ένα συνηθισμένο ξημέρωμα στο καφενεδάκι του λιμανιού.Ξάφνου τον αντίκρυσα. Από όλα μου έκανε εντύπωση το βλέμμα του, ανήσυχο, φλογερό, γεμάτο δίψα για πρόκληση. Έτσι και τον πλησίασα.
- Ταξίδι; Ταξίδι; Για πού;
- Κρήτη με το καλό, γιατί ρωτάς;
- Με παίρνεις μαζί σου;, πήρα το θάρρος και ρώτησα.
Με κοίταξε για λίγο.
- Και γιατί να σε πάρω μαζί μου;
Εκνευρίστηκα και του είπα:
- Γιατί; Γιατί; Δεν μπορεί τέλος πάντων ο άνθρωπος να κάνει κάτι και χωρίς γιατί; Έτσι για το κέφι του. Πάρε με, ας πούμε, για μάγειρα.
Έπειτα συνεχίσαμε την ψιλικουβέντα. Μου άρεσε το ύφος του, η περηφάνεια του, η εξυπνάδα του. Παρόλα αυτά του λείπουν οι εμπειρίες. Έχω, όμως, εγώ και για τους δυο!
Σ. Μ.
Στάθηκα έξω από τον καφενέ και κοίταξα από το παράθυρο. Εϊχε πολύ κρύο κι άνοιξα την πόρτα και μπήκα γρήγορα μέσα. Το μάτι μου έπεσε κατευθείαν πάνω σε ένα κύριο με τα όλα του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, τον πλησίασα και του ζήτησα να με πάρει μαζί του. Δεν τον ήξερα αυτόν τον άνθρωπο, αλλά το ατσαλάκωτο κοστούμι του, το αστραφτερό του πουκάμισο και τα γυαλισμένα του παπούτσια μού κίνησαν την περιέργεια. Εκείνος με κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα, με ρώτησε γιατί και αμέσως κατάλαβα πως είχα να κάνω με άνθρωπο απόλυτα λογικό και συγκρατήμένο, όπως οι περισσότεροι γύρω μου. Του απάντησα κι εγώ επίτηδες: "έτσι για το κέφι μου! " κι αρχίσαμε κουβέντα για τη ζωή μου. Το αστείο ήταν που ήθελε να με κεράσει φασκόμηλο, ενώ εγώ έχω ρούμι στις φλέβες μου. Πίνοντας λοιπόν το ποτό μου, του αφηγήθηκα τις εμπειρίες μου από τις δουλειές που έχω κάνει. Του είπα ακόμη και την ιστορία με το αφεντικό μου, τον κακομοίρη, ούτε που θυμάμαι γιατί τον έδειρα.
Κοίταζα τις αντιδράσεις του καθώς μιλούσα, προσπαθώντας να καταλάβω αν η έκπληξη στα μάτια του ήταν θετική ή αρνητική. Λίγο αργότερα παρατήρησε την τσάντα με το μεγάλο μου έρωτα, το σαντούρι. Τι ήθελε και με ρώτησε για αυτό; Με συνεπήρε το πάθος μου και ξεκίνησα να του λέω πώς ήρθε στη ζωή μου το σαντούρι και δεν έλεγα να σταματήσω. Πώς το έφερε η κουβέντα και από τον Παράδεισο, φτάσαμε να μιλάμε για την κόλαση του γάμου, ένας Θεός το ξέρει.
Αν και αυτός ο άνθρωπος είναι τόσο της θεωρίας, ένιωθα πως έπρεπε να μπω στη ζωή του. Έτσι κι αλλιώς, ποιος άλλος θα του μάθαινε τι θα πει ζωή στην πράξη;
Γ. Α.
Στάθηκα έξω από τον καφενέ και κοίταξα από το παράθυρο. Κοίταξα τον χώρο για να βρω τον επόμενο σύντροφό μου. Τους παρατήρησα όλους, μιλούσαν, γελούσαν και κάπνιζαν. Μου φάνηκαν αδιάφοροι, μίζεροι. Εκτός από έναν. Διάβαζε βιβλίο μέσα σε αυτή τη βαβούρα! Έλα Χριστέ! Ποιος φυσιολογικός άνθρωπος διάβαζει ποίηση μέσα σε καφενέ, μωρέ;
Α. Κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.